12.10.12

Για την Ημέρα Μακεδονικού Αγώνα

Αντάρτικο σώμα του Καπετάν Βάρδα

Με την ευκαιρία του εορτασμού της Ημέρας Μακεδονικού Αγώνα, αποφασίσαμε να μην παραθέσουμε απλά το πρόγραμμα κάποιας τυποποιημένης εκδήλωσης τιμής από τις πολλές που θα τελεστούν αυτές τις μέρες. Αντ' αυτού, σας παραθέτουμε ένα πάντα επίκαιρο κείμενο του αγαπημένου μας Νικόλαου Μέρτζου.



Ακριτικό φρόνημα

   Γιορτάζεται τούτον το μήνα, σαν κάθε χρόνο, ο Μακεδονικός Αγώνας. Η γιορτή θα περιορισθή, φυσικά, στο στεγνό τυπικό της καθιερωμένης ρουτίνας. Κάποιο μνημόσυνο, ένας λόγος, ένα τυποποιημένο στεφάνι – και μερικές γραφικές φορεσιές. Έτσι, για να τελειώνουμε και με την υποχρέωση αυτή. Η τηλεόραση θα συμπληρώση τον πίνακα της πνευματικής ερημιάς μ’ ένα-δύο «γκρο πλαν» των επισήμων.

   Έτσι εξαντλείται συνήθως κάθε επέτειος χωρίς καν να την πλησιάζουμε. Αλλά ο αγώνας του ελληνισμού στην Μακεδονία είναι κάτι περισσότερο από μια επιμνημόσυνη τελετή. Διότι δεν είναι Επιτάφιος. Είναι Ανάσταση

   Λίγοι Αγώνες του Έθνους στάθηκαν τόσο κρίσιμοι για την εθνική επιβίωση όσο ο αγώνας για την Μακεδονία και κανείς ίσως δεν εξεπήγασε τόσο αυθόρμητος κι ορμητικός, σαν το νερό από την νερομάνα, όσο ο Μακεδονικός Αγώνας, που ανέβλυσε από τα σπλάχνα ολοκλήρου του Έθνους. Γιατί δεν ήταν τακτικός πόλεμος. Ήταν αντάρτικο και λαϊκή αυτοάμυνα στην πιο καίρια και καταξιωμένη έννοια της λέξεως.

   Οι ηγέτες δεν προσήλθαν από την κλίμακα κάποιας επίσημης ιεραρχίας. Ξεπήδησαν, αγέρωχοι, από το ανώνυμο πλήθος. Και οι μαχηταί δεν ξεπλήρωσαν κάποιαν θητείαν. Εξεμέτρησαν το χρέος τους - και τη ζωή τους - από μόνοι τους. Γιατί έτσι το ήθελαν. Υπακούοντας μονάχα στη φωνήν της καρδιάς και στις άγραφες παραδόσεις των αιώνων. Γι’ αυτό, κοντά στους Μακεδόνες Ακρίτες, ήλθαν οι Ακρίτες του Νοτιά: από την κατακαημένη την Κρήτη κι από την αδούλωτη Μάνη. Από τα καταράχια της Ρούμελης και από την απόμακρη Κύπρο. Άντρες δεμένοι με το ψωμί της φτωχολογιάς και με την πνοήν της λεβεντιάς, ψυχωμένοι κι ολιγογράμματοι αλλά σοφοί. Με την άγριαν εμπειρίαν της φωτιάς και με τη βαθειά αίσθηση της πατρογονικής κληρονομιάς. Έντιμοι και μπεσαλήδες πολεμιστές, που δεν ζητούσαν παρά μόνον ένα καλό τουφέκι κι ολίγα βόλια. Τίποτε άλλο.

   Το κράτος ήταν τότε μικρό και δειλό, μα το Έθνος μεγάλο κι αντριωμένο. Η κυβέρνηση της Αθήνας στενόκαρδη και δουλωμένη στην απελπιστικήν πενίαν των αριθμών. Μα η εθνική ηγεσία αδέσμευτη και υψιπετής. Γιατί τότε η εθνική ηγεσία δεν ταυτίζονταν με την κρατική γραφειοκρατία. Ήταν ελεύθερη από τίτλους και κι από τύπους. Και είχεν απλώς εθνικήν συνείδηση. Με κοφτερή τη ματιά και λυτούς τους οραματισμούς εκάλπασαν τότε οι Άντρες, καβαλάρηδες του Πεπρωμένου προς τα πεδία της αδυσώπητης αναμετρήσεως. Είχαν όλο το Γένος μαζί τους. Στις εκκλησίες και στα Σχολειά, στις πόλεις και στα χωριά, στους κάμπους και στα βουνά ξωμάχοι και δάσκαλοι, παπάδες κι αντάρτες, έμποροι και αξιωματικοί, γυναίκες και παιδιά ήσαν ένα από την μίαν ίσα με την άλλην άκρη του μεγάλου ακριτικού ελληνισμού. Ήσαν όλοι τους Ακρίτες με περήφανο φρόνημα και άκαμπτη αποφασιστικότητα. Διότι τότε το Έθνος ήθελε να ζήση - δεν λογάριαζε τίποτε άλλο παρά μονάχα πως θα νικήση.

   Με το βαθύ ένστικτό του ο Λαός είχε νοιώσει πως ο πόλεμος στην μακρυνή την τουρκοκρατούμενη Μακεδονία, δεν ήταν υπόθεση μιας σπιθαμής ξένης γης, σε μιαν ξένην Αυτοκρατορία, αλλά υπόθεση δική του: της Κρήτης και της Μάνης, της Κύπρου και της Ρούμελης. Γι’ αυτό ήλθε δω πάνω και πολέμησε πλάι-πλάι μαζί μας και μάτωσε και νίκησε. Διότι πίστευε πως οπουδήποτε κινδυνεύει μια σπιθαμή ελληνική, κινδυνεύει το Γένος, ολάκερο – κινδυνεύει το σπίτι σου. Έπνεε τότε ακριτικός άνεμος σ’ όλο το Γένος – και σειούσε τα φυλλοκάρδια.

Νικ. Ι. Μέρτζος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου