13.6.13

Μερικές σκέψεις της επόμενης μέρας.



Δεν θα σχολιάσω εδώ το κλείσιμο της ΕΡΤ: ήδη γράφτηκαν και ακούστηκαν πολλά - ο καθένας μπορεί να σκεφτεί και να εξαγάγει συμπεράσματα.
Το σίγουρο είναι, όπως σε πλείστες περιπτώσεις, ότι τα πράγματα παρουσιάζουν πολυσημία κι ότι δεν διακρίνεται εύκολα το καλό από το κακό, το σωστό από το λανθασμένο.



Η διαμάχη που ξέσπασε -μία ακόμη από τις αλλεπάλληλες των τελευταίων χρόνων- καταδεικνύει ορισμένες μορφές συλλογικής σκέψης και συμπεριφοράς που έχουν παγιωθεί με δογματικό τρόπο στο κοινωνικό μας σώμα.




Η πρώτη είναι ένα αυτόματο αντανακλαστικό: η κήρυξη απεργίας.
Σε οποιαδήποτε κρατική δράση, οι Έλληνες απαντούν με απεργία: το φαινόμενο απαιτεί βαθύτερη ανάλυση, μας χαρακτηρίζει άραγε έλλειψη φαντασίας, προχειρότητα, ή απλώς παρασυρόμαστε από τη συνήθεια, την επαναληπτικότητα και το στείρο πνεύμα του συνδικαλισμού;
Οι απεργίες, όπως έχουμε ξανασυζητήσει, έχουν νόημα στον τομέα της παραγωγής -ως πίεση στον εργοδότη- στερούνται όμως εντελώς νοήματος όταν απευθύνονται στον κρατικό μηχανισμό, δηλαδή στο ευρύτερο κοινό ταλαιπωρώντας το ακόμα περισσότερο.
Αυτό που περιγράφεται ως παράλυση της πόλης διχάζει και βλάπτει τους πολίτες, αυξάνοντας την ήδη έντονη δυσαρέσκεια.
Ωστόσο, αμέσως μετά την απόφαση για το κλείσιμο της κρατικής ραδιοτηλεόρασης, το πρώτο που σκέφτηκαν οι συνδικαλιστές ήταν η απεργία.
Ειδικά η απεργία των δημοσιογράφων μού φαίνεται, όχι μόνο περιττή, αλλά αυτόχρημα γελοία: ενώ καταργείται μια πηγή πληροφόρησης, καλούνται να κλείσουν όλες οι πηγές της πληροφόρησης - το αποτέλεσμα: μεγαλύτερη σύγχυση για το κοινό, αμηχανία, σκοτάδι.
Η δεύτερη συνηθισμένη σκέψη που διατυπώνεται είναι η σύγκριση της σημερινής κεντροδεξιάς κυβέρνησης με τη λεγόμενη “χούντα”, δηλαδή με μια επταετία που λιγοστοί πολίτες θυμούνται πια.
Το πέρασμα του χρόνου έχει τοποθετήσει την επταετία των συνταγματαρχών σε θέση υποσημείωσης της Ιστορίας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η δικτατορία 1967-1974 δεν τραυμάτισε την Ελλάδα αναχαιτίζοντας την πορεία της προς τη δημοκρατία και δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για τη βαθιά κακογουστιά του τοπικού νεοπλουτισμού.
Ωστόσο, δεν μπορούν να περιγραφούν όλες οι αυταρχικές, αντιδημοκρατικές ή και πραξικοπηματικές αποφάσεις μιας εκλεγμένης κυβέρνησης με την αιμοσταγή χούντα που επεβλήθη με τη βοήθεια του στρατού τον Απρίλιο του 1967.
Σε όλες τις φάσεις της χωλής ελληνικής δημοκρατίας σημειώνονταν παραβιάσεις της δημοκρατικής νομιμότητας,  η Ελλάδα έχει μακρύ ιστορικό αυθαιρεσιών εκ μέρους της Δεξιάς, της μοναρχίας και του παρακράτους.
Πράγματι, σήμερα υπάρχουν στοιχεία και παράγοντες που θυμίζουν στρατιωτική δικτατορία: όπως έχουμε ξανασυζητήσει, η Χρυσή Αυγή και οι συναφείς οργανώσεις θα έπρεπε να βρίσκονται εκτός νόμου.
Αλλά, παρότι νόμιμη, προς το παρόν, η Χ.Α. δεν συμμετέχει στην κυβέρνηση, συμμετέχει μόνο στο Κοινοβούλιο, όπου, δυστυχώς για μας, στρογγυλοκάθονται κάμποσα άτομα που δεν σέβονται ούτε το Σύνταγμα, ούτε τον κοινοβουλευτισμό.
Η κυβέρνηση Σαμαρά, με τη συνθηματολογία Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια, προσπαθεί να κερδίσει μέρος των οπαδών της Χρυσής Αυγής, όσους δηλαδή δεν είναι φασίστες - όμως, το κλείσιμο της ΕΡΤ δεν έχει καμιά σχέση με αυτή την πολιτική.
Η Χρυσή Αυγή είναι αναίσχυντα λαϊκιστική, η συγκεκριμένη ενέργεια της κυβέρνησης δεν είναι: αντιθέτως, σε αυτή την περίπτωση, διακινδυνεύει να χάσει τα υπολείμματα της δημοτικότητάς της.
Η τρίτη σκέψη σχετίζεται με το συλλογικό μας συναίσθημα, με την τάση μας προς το μοιρολόι.
Οι ξένοι ανταποκριτές παραπλανώνται από αυτό το θέαμα και ακρόαμα μεταδίδοντας “μαύρες σελίδες” που υπονοούν ότι η Ελλάδα καταρρέει στην άβυσσο της ανυπαρξίας: κανείς δεν φαίνεται να εμβαθύνει στο ιστορικό της ΕΡΤ και στις ενδεχόμενες προοπτικές° αυτό που ενδιαφέρει τις ξένες εφημερίδες είναι οι λέξεις “λουκέτο”, “τέλος” - και, για μια ακόμη φορά, “σκοτάδι”.
Η εικόνα που προπαγανδίζουν αντιστοιχεί σε απειλή ή σε υπόσχεση Συντέλειας.
Η δική μας έλλειψη ψυχραιμίας και προτάσεων καταλήγει στον κιτρινισμό των άλλων που επιστρέφει σ’ εμάς μαζί με συνδυασμό οίκτου, συμπλέγματος ανωτερότητας και “καλά να πάθετε”.
Η τέταρτη σκέψη σχετίζεται με το γενικό επίπεδο του πολιτικού διαλόγου.
Θα το επαναλάβω: το χαμηλό επίπεδο των ηγεσιών ισοδυναμεί (αν δεν είναι χειρότερο) με το χαμηλό επίπεδο των “οπαδών”.
Στο σύνθημα “Μην τολμήσετε να αγγίξετε την ΕΡΤ” και “Κάτω τα χέρια από την κρατική τηλεόραση” δεν συμπεριλαμβάνεται καμιά πρόταση λύσης του προβλήματος. Εκτός αν η ραδιοτηλεοπτική γραφειοκρατία δεν θεωρείται πρόβλημα.
Ποιο είναι, λοιπόν, το αποτέλεσμα: από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση -και ιδιαίτερα ο κ. Σαμαράς- προβαίνει σε μάλλον σπασμωδικές ενέργειες με τεράστιο πολιτικό κόστος, ενώ από την άλλη πλευρά, ορθώνεται ένα τείχος πάνω στο οποίο φαίνεται να είναι γραμμένο το σύνθημα “αφήστε τα όλα όπως είναι”.
Πλην όμως, αυτό δεν είναι δυνατόν, πολλά πρέπει να αλλάξουν, όχι επειδή επιβάλλονται από τα μνημόνια αλλά, απλούστατα, επειδή υπαγορεύονται από τη δικαιοσύνη και τη λογική.
Σ’ αυτή την τέταρτη σκέψη προστίθεται η κρυφή και μαζί φανερή επιθυμία μιας μερίδας του εκλογικού σώματος που επιζητεί την επιδείνωση με σκοπό την ανατροπή. Για τον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις που πρόσκεινται σε αυτά τα κόμματα, “το χειρότερο είναι καλύτερο” εφόσον μέσω της κοινωνικής διάλυσης μπορούν να αναδειχθούν στην εξουσία.
Όμως δεν είναι λογική αυτή: η αληθινή λογική απαιτεί αναζήτηση καινούργιων μορφών διεκδίκησης, καθώς και τον καθορισμό μιας δημιουργικής απόστασης από την εξουσία° μιας απόστασης που θα μπορούσε να εμπεριέχει μια μορφή συνεργασίας.

 Σώτη Τριανταφύλλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου