24.7.13

Λέγε με σταγόνα


Η πόρτα από το παμπάλαιο διαμέρισμα έσκουξε παραπονιάρικα στο κλείσιμο. Προχώρησε στα ενδότερα του λημεριού της και έκατσε ανυπόμονη σε μια καρέκλα ετοιμόρροπη, δίπλα στο αραχνιασμένο τραπέζι. Έβγαλε από την τσάντα της τη λεία της και την άπλωσε στην ροζιασμένη ξύλινη επιφάνεια. 2 πορτοφόλια δερμάτινα και ένα ροζ με κάποιο χαζοχαρούμενο ήρωα καρτούν πάνω. «Ανόητα πλουσιοκόριτσα,» σκέφτηκε από μέσα της.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που είχε τελευταία φορά την πολυτέλεια να κυκλοφορήσει με ροζ αξεσουάρ με στάμπες από μπαρμπαδέλια και κουκλάκια. Πρέπει να ήταν μια κασετίνα στο Γυμνάσιο. Τώρα όμως ήταν 23 χρονών. Και δεν υπήρχε τίποτα ροζ πάνω της. Όλη της η νεανική δροσιά κρυμμένη κάτω από τα τατουάζ, τα τρυπήματα από τις βελόνες και τα μαύρα ρούχα. Κάτι μόνο μαρτυρούσαν τα μάτια της, κι αυτά όταν ήταν ξεθολωμένη και δεν είχε «πιει» ή «χτυπήσει» για μέρες, από την ομορφιά της. Ίσως και τα καλλίγραμμα πόδια της και το πλούσιο φυσικό της μπούστο που χρησιμοποιούσε, ειδικά το καλοκαίρι, για ξεκάρφωμα στους λιγούρηδες που ξάφριζε στο λεωφορείο.

Ψαχούλεψε τα πορτοφόλια, το ένα δερμάτινο και το φαντεζί, το τρίτο δερμάτινο, που ήταν και λίγο ταλαιπωρημένο το άφησε για τελευταίο. Καλή λεία. Θα πλήρωνε και τον προμηθευτή της σε ρευστό αύριο και όχι σε είδος. Πήγε να ανοίξει και το τελευταίο. Πενταροδεκάρες. 2-3 χαρτονομίσματα, μια κάρτα ανεργίας και μια κάρτα από σούπερμαρκετ. Ψαχούλεψε λίγο στα τσεπάκια, ένα εισιτήριο, το τσέπωσε, και ένα κομμάτι χαρτί. «Τι βλακείες πάει και βάζει ο κόσμος στα πορτοφόλια,» σκέφτηκε, αλλά δεν της πήγε να το πετάξει με τη μία. Το άνοιξε και άρχισε να διαβάζει τους καλλιγραφικούς χαρακτήρες.

Στις πρώτες αράδες το αίμα της πάγωσε. Το γράμμα πάνω στο χαρτί είχε μια ημερομηνία λίγων εβδομάδων πίσω και ξεκινούσε με τη φράση «…και κάπου εδώ όλα τελειώσανε…». Έμοιαζε με σημείωμα αυτοκτονίας! Αλλά η ημερομηνία; Διάβασε και λίγο παρακάτω. Όταν κατάλαβε περί τίνος πρόκειται, τρόμαξε με τον κυνισμό του συγγραφέα. Ήταν η διαθήκη του. Ήταν ένα σημείωμα αυτοκτονίας εν υπνώσει. Ήταν ένα μικρό ημερολόγιο. Όλα αυτά μαζί. Ένας άνθρωπος σε μια κόλλα χαρτί.

Κάποια χρόνια πιο μεγάλος από αυτήν. Νέος άνθρωπος όμως ακόμα. Δεν άντεχε άλλο έλεγε πλέον. Δούλευε χωρίς ποτέ να καταλάβει νιάτα. Επένδυε το χρόνο του στο μέλλον του και στα όνειρά του. Να στρώσει τη δουλειά, να κάνει οικογένεια και παιδιά. Όλα όμως αυτά γκρεμίστηκαν. Σαν χάρτινος πύργος. Και έτρεχε να τα ξαναχτίσει. Στην αρχή. Μετά απλά προσπαθούσε να μαζέψει τα κομμάτια του. Στο τέλος δεν του έμειναν ούτε από αυτά. Κι απλά έτρεχε. Χωρίς ελπίδα. Μηχανικά. Απλά ανέπνεε για να βοηθήσει τους γονείς του. Ο μικρός του αδερφός είχε προλάβει να κάνει την κουτουράδα και πάλευε να ζήσει τη δικιά του φαμίλια. Αυτός έπρεπε να περιμαζέψει τους γέρους και να τους βοηθήσει να σταθούν. Παλιοί νοικοκύρηδες, καινούριοι καημένοι. Αυτός άντεχε όμως, και άντεχε για καιρό. Βαράγανε κανόνια και πυροβόλα στην πλάτη του και δεν χαμπάριαζε. Είχε αποδεχτεί τη μοίρα του. Την ανάγκη του. Εκείνη τη μέρα όμως που έγραψε το γράμμα άρχισε να σπάει η πανοπλία του. Άρχισε να μαδάει η ψυχή του. Κατάλαβε τη γύμνια της ζωής του. Την μοναξιά του και το μάταιο του παρακάτω του. Κι έτσι το έγραψε. Μπας και έβρισκε το κουράγιο και έλυνε τη μηχανή που τον κρατούσε στην πορεία του. Μπας και κατάφερνε και ξέφευγε. Το βάδισμά του, το χέρι του, κάτι που θα τον απελευθέρωνε. Απλά όφειλε να είναι προετοιμασμένος. Να έχει πει τα αντίο του και τα συγνώμη του έστω και αναδρομικά. Γιατί δεν ήξερε πότε θα έρθει η σταγόνα που θα ξεχείλιζε το ποτήρι.

Και εκεί ήταν η φράση που της καρφώθηκε στην καρδιά: «Συγνώμη που είχα το κουράγιο να μην πάρω τις εύκολες λύσεις. Αυτό με λύγισε τελικά. Αυτό με έκανε από άνθρωπο, απλά ένα άχρηστο βάρος.» Πέταξε το γράμμα και σηκώθηκε νευρικά από την καρέκλα. Κάτι την χάλασε σε αυτές τις τελευταίες λέξεις. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε ο τύπος, δεν τα καταλάβαινε αυτά τα φιλοσοφημένα. Αλλά κάτι της ξίνιζε. Πήγε και έπεσε στο χαμώστρωμα που είχε για κρεβάτι στο δίπλα δωμάτιο. Δεν είχε όρεξη να σκοτίζει το κεφάλι της.

Κοιμήθηκε για πολλές ώρες. Κόντευε μεσημέρι όταν ξύπνησε. Όμως η ζαλούρα στο μυαλό της έμενε. Και δεν ήταν ζαλούρα από φτιάξιμο. Ήταν κάτι άλλο. Ένας κόμπος στο στομάχι πρωτόγνωρος. Την έφαγε η περιέργεια. Ο τύπος με το σημείωμα είχε 2-3 ιδιόχειρες επαγγελματικές κάρτες. Η διεύθυνση οικίας που έγραφε δεν ήταν μακριά. Είχε και το εισιτήριο του για το λεωφορείο άλλωστε. Ντύθηκε όσο πιο διακριτικά μπορούσε (πράγμα εξαιρετικά δύσκολο με την… γκαρνταρόμπα της), έπλυνε καλά τα μούτρα της, έβαλε στην τσέπη το ρευστό από τη χθεσινή λεία, πήρε και το χαρτί και βρόντηξε την πόρτα πίσω της.

Σε λίγη ώρα έστριβε στη γωνία του στενού που έγραφε η κάρτα. Στην αρχή αλαφιάστηκε λίγο, μα σύντομα άρχισε να τη λούζει κρύος ιδρώτας. Ένα ασθενοφόρο εκεί κοντά που ήταν το νούμερο του σπιτιού του. Επιτάχυνε το βήμα της και στα μισά σταμάτησε δυο κυράτσες που έρχονταν από κει, να ρωτήσει προς τι ο χαμός. «Άστα κοπέλα μου. Ένα παλληκαράκι εδώ στη γειτονιά, είχε δεν είχε κάνα χρόνο που είχε μετακομίσει.» Το αίμα της πάγωσε. «Το βρήκαν οι γονείς του το πρωί κρεμασμένο. Λείπανε οι άνθρωποι στον άλλον τους το γιο και γύρισαν σπίτι τους… και τους έγινε η καρδιά ρόιδο. Άστα, άστα, να μη σου τύχει.» Αυτουνού όμως δεν του έτυχε απλά. Υπήρχε μια ζωντανή αφορμή. Και ήταν αυτή που βρίσκονταν μέσα στα ρούχα της εκείνη τη στιγμή. Ήταν η ίδια. Αλλά δεν ήθελε να είναι ο εαυτός της. Πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια ποτισμένα στο αλκοόλ και στη βρωμιά.

Πρόλαβε ακριβώς το φορείο όταν τον έβαζαν μέσα. Μια λίγο απρόσεκτη κίνηση του τραυματιοφορέα σε μια λακουβίτσα του δρόμου και λίγο υποχώρησε το σεντόνι. Φάνηκε το πρόσωπό του. Και πρώτη φορά είδε τόσο καθαρά ένα πρόσωπο να αντανακλάται στα βοθρόνερα της μνήμης της. Αυτός ήταν. Θα έχανε το λεωφορείο. Ένας νεαρός κύριος έβαλε το χέρι του στην πόρτα για να μη κλείσει. Να προλάβει να ανέβει. Να προλάβει να τον σκοτώσει. Της χαμογέλασε συγκαταβατικά. Όσο κι αν ήθελε να σκεφτεί πως επρόκειτο για έναν ακόμα λιγούρη που νόμιζε ότι θα του κάτσει μια γκόμενα επειδή έδειξε λίγη αβρότητα, δεν το μπορούσε. Κάτι στο βλέμμα του. Κάτι στο πρόσωπό του. Γαλήνιο και σκληρό ταυτόχρονα. Σα να ζητούσε συγνώμη απλά επειδή ήταν εκεί. Επειδή έπιανε χώρο. Δεν την πολυένοιαξε όμως. Λίγο ανοιχτή η τσαντούλα του, εύκολη λεία το πορτοφόλι. Δε ‘πα να ‘χε και το βλέμμα μωρού παιδιού.

Έκατσε αναρκούρκουδα στο πεζούλι. Την κοιτούσαν περίεργα οι περίεργοι της γειτονιάς. Αυτή άλλωστε είναι η δουλειά τους. Η μόνη που της τράβηξε την προσοχή ήταν μια μεσόκοπη κυρία. Καταβεβλημένη μεν, αλλά φαινόταν διαφορετική. Αρχοντική μέσα στην κατάντια της. «Σε ποιο νοσοκομείο θα το πάνε το παλληκάρι μου;» αναρωτιόταν με αναφιλητά. «Αχ, βρε αγόρι μου, για ένα πορτοφόλι. Για ένα πορτοφόλι; Και το μόνο που μου άφησες πίσω, ένα κομμάτι χαρτί;»… Κι εκεί η γυναίκα δεν άντεξε άλλο και σωριάστηκε. Τρέξανε να τη μαζέψουνε οι γειτόνοι, εκεί απάνω πιάνει μια θείτσα και τη ρωτάει αν ξέρει τι έγραφε το χαρτί. Η απάντηση ήταν ότι χειρότερο περίμενε. «Κάτι για μια τελυταία σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, κάτι τέτοιο.» Έκανε ένα βήμα πίσω. Παραξενεμένη η γριά την ρώτησε αν ξέρει την οικογένεια, πως την λένε.

«Περαστική είμαι θεία, απλά περαστική. Και το όνομά μου… λέγε με σταγόνα.»

Πριν προλάβει η γριά να καταλάβει τι της είπε, εκσφενδονίστηκε προς το μέρος της μητέρας του. Έκανε πως βοηθάει να τη συνεφέρουν. Και έβαλε το χέρι της στη τσάντα της, περίτεχνα και με μαεστρία, όπως τόσο καλά ήξερε. Όχι όμως για να πάρει. Πρώτη φορά έβαζε χέρι για να βάλει κάτι πίσω. Ένα χαρτί από το γιο στη μάνα. Και ένα ματσάκι με λεφτά, ότι είχε μαζέψει.

Έφυγε βιαστικά πριν την σταμπάρει κανείς. Μετά από λίγες ώρες έφτασε σπίτι της. Ήταν κι εκείνος εκεί μέσα. «Τι λέει κουκλίτσα, βρήκαμε παραδάκι για απόψε;» Τον προσπέρασε με βλέμμα απλανές και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο με το χαμώστρωμα. «Έλα να τελειώνουμε,» του είπε καθώς ξεκούμπωνε το παντελόνι της.

ModusAm

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου